Ανάγκη διεύρυνσης της πρόσβασης στις νέες θεραπείες για την ηπατίτιδα C

Τη διεύρυνση της πρόσβασης στις καινοτόμες θεραπείας που επιτυγχάνουνίαση της Ηπατίτιδας C, ζητά η ομάδα εργασίας HepaCtion, που απαρτίζεται από εκπροσώπους φορέων και εμπειρογνώμονες με πολυετή θητεία στον χώρο της χρόνιας ηπατίτιδας C. Ασθενείς, επιδημιολόγοι και οικονομολόγοι της Υγείας εξηγούν ότι η διατήρηση της παρούσας κατάστασης στην Ελλάδα επιφέρει μεγαλύτερο κόστος για το σύστημα Υγείας.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου εκπρόσωποι της HepaCtion εξήγησαν ότι, η ηπατίτιδα C αποτελεί ένα παγκόσμιο πρόβλημα με περίπου 185 εκατομμύρια ασθενείς, ενώ στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι πάσχουν περίπου 135.000  – 160.000 άνθρωποι.

Ωστόσο, στη χώρα μας διαγνωσμένο είναι μόνο το 19,2% και θεραπεία έχει λάβει σε κάποια φάση της ζωής του μόνον το 9,4%. Λόγω των αυστηρών κριτηρίων πρόσβασης στις ακριβές θεραπείες που έχει θέσει ο ΕΟΠΥΥ, μόνο το 14% των ασθενών έχει κάνει χρήση των καινοτόμων αυτών αγωγών. Αυτό έχει ως συνέπεια, από το 2014 μέχρι σήμερα να έχουν θεραπευθεί μόνο 1.000 άτομα, ενώ ο ρυθμός εμφάνισης νέων κρουσμάτων ηπατίτιδας C εκτιμάται σε 4.000 ανά έτος, κυρίως μεταξύ των ατόμων των ομάδων υψηλού κινδύνου (χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών).

Μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης της νόσου αντιμετωπίζουν οι ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως χρήστες παρεντερικών ναρκωτικών ή άτομα με μεταγγίσεις αίματος ή παραγώγων του πριν το 1992. Σημαντικό ποσοστό όμως, περίπου 40% των ασθενών είναι άτομα του γενικού πληθυσμού που δεν ανήκουν σε κάποια ομάδα υψηλού κινδύνου.

Παράλληλα μελέτες δείχνουν, ότι οι θάνατοι από την ιογενή ηπατίτιδα C στην Ελλάδα θα αυξηθούν κατά 123,5% μέχρι το 2030 αν δεν αναληφθούν ουσιαστικές δράσεις.

Η HepaCtion αποδίδει την δυσμενή υπάρχουσα κατάσταση στη χώρα μας στο γεγονός ότι, το 80% των ασθενών δεν γνωρίζει ότι νοσεί, γεγονός που επιδεινώνεται καθώς η νόσος παραμένει ασυμπτωματική για πολλά χρόνια, ενώ δεν υπάρχει άμεση και απρόσκοπτη πρόσβαση των ασθενών σε νέα θεραπευτικά σχήματα αφού με τα τρέχοντα κριτήρια, εξαιτίας της υψηλής τιμής τους, μόνο το 30% των ασθενών έχει πρόσβαση στις νεώτερες θεραπείες και εξαιρούνται ομάδες ασθενών που σύμφωνα με τα διεθνή κλινικά δεδομένα θα έπρεπε να λάβουν θεραπεία κατά προτεραιότητα.

Επίσης, η μη αποζημίωση των διαγνωστικών εξετάσεων που θα διευκόλυνε την έγκαιρη διάγνωση του πληθυσμού, αποτελεί ένα ακόμα εμπόδιο, ειδικά όταν πρόκειται για άτομα από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Να σημειωθεί ότι, το κόστος των διαγνωστικών εξετάσεων, προκειμένου να γίνει η επιλογή του κατάλληλου θεραπευτικού σχήματος, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια της αγωγής (για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητάς της) αγγίζει περίπου τα 500 ευρώ, ποσό που αδυνατούν να καλύψουν οι ασθενείς δεδομένου ότι δεν αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ.

Όπως εξήγησε ο Γεώργιος Παπαθεοδωρίδης, Καθηγητής Παθολογίας – Γαστρεντερολογίας της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, διευθυντή της Πανεπιστημιακής Γαστρεντερολογικής Κλινικής στο «Λαϊκό και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Ήπατος (ΕΕΜΗ) «μέχρι πρόσφατα, πολλοί ασθενείς είχαν αντένδειξη ή δεν επιθυμούσαν να λάβουν θεραπεία με ιντερφερόνη-άλφα λόγω του φόβου των παρενεργειών της. Σήμερα, μετά την πρόσφατη έγκριση νέων αντιικών φαρμάκων που είναι πολύ ασφαλή και αποτελεσματικά, εξακολουθούν πολλοί ασθενείς να μη λαμβάνουν θεραπεία γιατί υπάρχει περιορισμός από τον ΕΟΠΥΥ στην έγκριση των νέων αντιικών φαρμάκων, κυρίως σε ασθενείς με κίρρωση. Παρόλο που η επιστημονική κοινότητα, με προεξάρχουσα την Επιτροπή Ιογενούς Ηπατίτιδας του ΚΕΕΛΠΝΟ, έχει έγκαιρα θέσει και στηρίξει τις ορθές προτεραιότητες για πρόσβαση στις νέες θεραπείες, δυστυχώς η Πολιτεία κινείται προς το παρόν με πολύ αργούς ρυθμούς και χωρίς ουσιαστική διαπραγματευτική προσέγγιση».

Αναφερόμενος στις νέες θεραπείες τόνισε ότι «είναι σημαντικό να καταφέρουμε να αξιοποιήσουμε την αποτελεσματικότητα των νέων φαρμάκων και σε ουσιαστική συνεννόηση με την Πολιτεία να αυξήσουμε την πρόσβαση σε ακόμα περισσότερους ασθενείς, θέτοντας τις ιατρικές προτεραιότητες για διεύρυνση των κριτηρίων ένταξης».

Με τη σειρά του ο Γιώργος Καλαμίτσης, πρόεδρος του Συλλόγου Ασθενών Ήπατος Ελλάδος «Προμηθέας» πρόσθεσε ότι «η επιτυχημένη διαχείριση της Ηπατίτιδας C απαιτεί σχεδιασμό, οργάνωση και συνεργασίες σε πολιτικό επίπεδο. Η πλήρης εξάλειψη της Ηπατίτιδας C είναι εφικτή, αρκεί να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε με ένα σαφέστατα πιο φιλόδοξο πλάνο».

Ενώ ο Κυριάκος Σουλιώτης Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Υγείας, Σχολή Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και Επιστημονικός Συνεργάτης – Επισκέπτης Καθηγητής στην Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ υπογράμμισε ότι «δεδομένου του φορτίου της νόσου αλλά και του περιορισμένου προϋπολογισμού, είναι αναγκαία η υιοθέτηση καλών πρακτικών που ακολούθησαν άλλες χώρες και είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των ασθενών υπό θεραπεία, με διεύρυνση των κριτηρίων ένταξης αλλά με μείωση του κατά κεφαλήν κόστους. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό, καθώς η εμπειρία δείχνει πως είναι δυνατή η άμεση σύναψη συμφωνιών ‘price-volume’, στη βάση των οποίων η τιμή αποζημίωσης μειώνεται, όσο αυξάνεται ο αριθμός των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, πρόσφατη μελέτη μας καταδεικνύει ότι το κόστος της νόσου ήταν υψηλό ακόμη και πριν την εισαγωγή των νέων αντιικών φαρμάκων, με τη διαφορά ότι τα κέντρα κόστους ήταν διαφορετικά. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ένα μεσοπρόθεσμο πλάνο εκρίζωσης της νόσου, στο πλαίσιο του οποίου η Πολιτεία μπορεί να αξιοποιήσει τις τεχνικές διαπραγμάτευσης για να μειώνει διαρκώς το κόστος ανά θεραπευόμενο, αυξάνοντας όμως τον αριθμό τους. Μάλιστα, αξίζει να αναφερθεί ότι με το Μητρώο Ασθενών με Ηπατίτιδα C, το οποίο έχει τεθεί σε λειτουργία, η διαδικασία αυτή της διαπραγμάτευσης μπορεί να εμπλουτιστεί με ευρέως αποδεκτά τεκμήρια, πλεονέκτημα το οποίο δεν υφίσταται σε πολλές χώρες».

Δεδεομένων όλων των παραπάνω, η HepaCtion ζητά από την Πολιτεία να προχωρήσει άμεσα σε διαβούλευση επί του θέματος για:
1. τη θέσπιση προγραμμάτων ενημέρωσης πρόληψης για τον ελληνικό πληθυσμό
2. την αποζημίωση των διαγνωστικών εξετάσεων ώστε να διευκολυνθεί η έγκαιρη διάγνωση του πληθυσμού και συγκεκριμένα οι εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις που είναι απαραίτητες για τη σταδιοποίηση των ασθενών (ελαστογραφία ήπατος για τον προσδιορισμό του βαθμού ίνωσης) και τον προσδιορισμό της κατάλληλης θεραπείας (εξετάσεις προσδιορισμού γονοτύπου ιού και ποσοτικός προσδιορισμός HCV RNA)
3. την αύξηση της πρόσβασης των ασθενών στις νεώτερες θεραπευτικές επιλογές, διευρύνοντας τα κριτήρια για τους ασθενείς που μπορούν να λάβουν τις νέες θεραπείες ίασης, υιοθετώντας τις πρακτικές άλλων Ευρωπαϊκών χωρών
4. την αξιοποίηση της πρόσφατης έναρξης της υποχρεωτικής καταγραφής όλων των ασθενών με ηπατίτιδα C που λαμβάνουν θεραπεία (HCV registry) που θα δώσει ακόμη πιο αξιόπιστα στοιχεία στον ΕΟΠΥΥ για το φορτίο της νόσου και τη δυνατότητα άμεσου ελέγχου των θεραπειών σε πανελλήνιο επίπεδο.

Πηγή: in.gr